φρόκαλο

το, Ν
1. σκουπίδι, σαρίδι
2. συνεκδ. σκούπα
3. φρ. «μέ έκανε φρόκαλο» — μού φέρθηκε με προσβλητικό τρόπο, με ταπείνωσε.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού ρ. φροκαλώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φρόκαλο — φρόκαλο, το και φροκάλι, το 1. ό,τι παρασύρεται στο σκούπισμα, το σκουπίδι. 2. η σκούπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φροκάλι — το, Ν φρόκαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. φιλοκάλιον «σκούπα», μέσω ενός τ. *φλοκάλι με ανομοίωση του λ σε ρ ] …   Dictionary of Greek

  • φροκαλίδι — το, Ν υποκορ. τ. τού φρόκαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φροκαλίζω + κατάλ. ίδι (πρβλ. σκουπ ίδι)] …   Dictionary of Greek

  • φροκαλιά — η, Ν [φροκάλι] φρόκαλο, σκούπα …   Dictionary of Greek

  • φροκάλι — το βλ. φρόκαλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.